Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

IMG_2799

Πόνεσέ με

Πόνο βαθύ, απύθμενο

Αυτόν που ξέρεις πως σου χρωστάνε να τον θυμάσαι

Αυτόν τον πόνο που τρυπάει τις ρώγες σαν καινούργιο πήρσινγκ

Πόνεσέ με

Να με τρυπάς εσύ απότομα

Πήδηξέ με γάμησέ με χωρίς βλακείες και διευκολύνσεις

Χωρίς λιπαντικά και άλλες μαλακίες

IMG_2800

Πόνεσέ με να κάθομαι πάνω σε πλαστικά μπουκάλια κόκα κόλας

Ίσα για να φύγει για λίγο το φλόγισμα

Πήδα με σα σκύλα μην κοιτάς το πρόσωπο

Πήδα τον κώλο μου, πήδα εμένα

Να μη σε νοιάζει, να μην ενδιαφέρεσαι

Πόνεσέ με και να φωνάζεις κάνοντάς το

Και να κλαις πως δεν το ήθελες

Πως εγώ φταίω, ποιός άλλος άλλωστε

IMG_2801

Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

Να χύσεις μετά χωρίς κάμμιά μετάνοια

Και να μου φιλάς τα ακροδάχτυλα

Φιλιά απαλά, παιδιάστικα

Αυτά που λες και ο πόνος ποτέ δεν έγινε

Πόνεσέ με πόνο βαθύ, απύθμενο

Να μένει ακόμα κι όταν πέρασε

Από αυτούς που δεν ξεχνάς πώς ήταν

Ακόμα κι όταν κοιτάς τη θάλασσα

Κάντο

Μικρέ χέστη, φοβιτσιάρη άνανδρε

Κάντο

Πριν σου γελάω στη μούρη

\m/

*Οι φωτό της Φινλανδής Rikka Hyvönen

 

 

Fuck me, mama for I have sinned

IMG_2456

Ο μεγαλύτερος βιασμός στο γυναικείο φύλο είναι ο ντε και σώνει ρόλος της μητέρας-Παναγιάς, γιορτάσαμε μόλις τη μεγάλη χάρη της.

Ρόλος εξαιρετικά και βολικότατα, από κάθε κοινωνικοπολιτική άποψη, φυτεμένος από νωρίς, τα έχετε ακούσει δα όλα πολλάκις. Κουκλίτσες μωράκια, μανάδες πάσιβ αγκρέσιβ που αφιερώνονται στα παιδάκια τους και τους γαμούν τη ζωή πίσω από μπούρκες, υλικές ή μη, σε χωριουδάκια της Τουρκίας ή της Κρήτης, εγκάλ που λένε και οι Γερμανοί. Μάνες που υπονομεύουν σιωπηλά το ρόλο του πατέρα για να εκδικηθούν παρεπιπτόντως κι αυτές το γαμήσι που έφαγαν. Οι μεγαλύτεροι καταπιεστές είναι αυτοί που καταπιέστηκαν.

Ο ρόλος αυτός της μανουλίτας είναι νομίζω εξαιρετικό αβαντάζ για τον καπιταλισμό και τα αγόρια όμπβιουσλι, εγώ είμαι απο αυτές που πιστεύουν πως καπιταλισμός και πατριαρχία πηγαίνουν χεράκι χεράκι, ίσως ο καπιταλισμός να σοδομίζει κάποιες φορές την πατριαρχία, την έχει πάντως ξεκάθαρα του χεριού του.

Ο ρόλος της μάνας λοιπόν έρχεται και μεγαλοποιείται για τα κορίτσια, γίνεται ο σκοπός, το μέλλον, αυτό στο οποίο πρέπει να στοχεύεις για να έχεις προορισμό στον κόσμο, λένε για να απαντήσεις πια αυτή τη γαμωερώτηση γιατί έχεις έρθει στον πλανήτη άραγε, γιατί γίνονται όλα μα για να γίνεις μάνα φυσικά!

Αλυσιδωτές αντιδράσεις παρανοικών αντιλήψεων νηπιακής φύσης και αφόρητου εγωκεντρισμού φαίνεται πως κανονίζουν το πώς ζουν και πεθαίνουν δις ανθρώπων στον πλανήτη, όλα τελικά κατευθυνόμενα από ένα τυφλό οικονομικό σύστημα που απροσδιόριστα μαζεύει χρήμα για κάποιο λέει 1% και κάτι παπάντζες θρησκείες που απαντούν μισερά, ηλίθια σε κάτι ερωτήματα μπέιζικ αλλά και εντελώς επιφάνεια. Γιατί.

Τι τον θες τον στόχο, μανίτσα, ιτ ιζ γουατ ιτ φακιν ιζ.

Σε όλα αυτά επιπροσθέτως και με εντελώς σουρεάλ σκηνικά ειδικά σε μια γωνίτσα της βαλκανικής αλλά και ολούθε μη νομίζετε, απλώς με άλλες φορεσιές έρχεται αυτή η κρίσιμη ώρα που η γυναίκα αν δεν έχει τεκνοποιήσει αρχίζει να φοβάται πως θα είναι άχρηστη.

Μια κοινωνική φύρα

Μια αποτυχία της μήτρας

‘Ενα φυλετικό ανεκπλήρωτο

Ένα μηδέν

Νουλ

Νάδα

0

Ας δούμε τι κάνει το παιδί στη μάνα του για μια φορά. Χέστηκα για την κοινωνία και για το παιδί εν προκειμένω. Τι κάνει η μάνα στο παιδί τα έγραψαν τόσοι ψυχολόγοι και ψυχαναλυτές, σίγουρα καλύτερα από μια κάποια Άντζυ Ντίκινσον στο Αμβούργο της Γερμανίας.

Έγινα μάνα χωρίς να ξέρω γιατί ακριβώς. Που είναι ένας από τους εκατομμύρια λόγους που κάποιος μπορεί να γίνει μάνα.

Το σίγουρο είναι πως πρόκειται περί ιδιότητας ον δε σάιντ αυτού που είμαι.

Πώς λέμε με πατάτες ή ρύζι ή λαχανικά.

Εγώ, η Άντζυ είμαι το σιρλουάν, φίλοι. Και το αυτό προτείνω ολούθε.

Be the fuckin’ sirloin.

Θα μπορούσα να έρχομαι νέτη σκέτη ή με κάτι συνοδευτικό. Ή όχι. Με κατάθλιψη. Με διπολισμό. Με άκρατη αισιοδοξία.

Ή με ένα πιτσιρίκι.

Τα παιδιά σε αλλάζουν εντελώς, βαθειά και αυτοβούλως, χωρίς να ρωτήσουν και χωρίς να υπάρχει απ΄αυτό επιστροφή.

Κανείς δεν μπορεί να πει αν είσαι καλύτερος ή χειρότερος μετά, σε εμένα βλέπω πολλά καλά και πολλά κακά από όταν έγινα μητέρα. Κάποια ανυπόφορα κακά, κάποια καλά εδώ κι εκεί. Κάποιες φορές μου αρέσει που είμαι μάνα, κάποιες όχι, όπως με κάθε άνθρωπο που αγαπάς όμως, χέστηκαν οι συνθήκες για το αν σου αρέσει που είσαι εκεί που είσαι, πάντως είσαι και αυτό δεν αλλάζει με την καμία.

Πιστεύω πως θα ήμουν αυτό το σιρλουάν και χωρίς παιδί και πιστεύω πως αν με άφηναν οι άλλοι στην ησυχία μου θα ζούσα μια ωραία ζωή και χωρίς το βλαστάρι μου. Τώρα που το έχω δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό και η ζωή μου περιστρέφεται εξαιρετικά γύρω του, είναι ένα γαμάτο πιτσιρίκι σε κάθε περίπτωση, μη με παρεξηγείτε. Τo αγαπώ ως το τέλος του κόσμου και μπρος πίσω 183665553778882 φορές και μετά άλλο τόσο και αυτό ξανά ως το τέλος του σύμπαντος χρόνου.

Τώρα που το έχω δε θέλω να είναι αλλιώς τα πράγματα, αν δεν το είχα αποκτήσει ποτέ όμως δε θα καταλάβαινα τη διαφορά και θα ήμουν το σιρλουάν που θα γινόμουν ούτως ή άλλως.

Επί τούτου, με ενοχλεί ο φασισμός και η πίεση προς της γυναίκες, αφ’ ενός ώστε να γίνουν μανάδες επιτέλους, αφ’ εταίρου αν αποφασίσουν να μη γίνουν.

Που είναι ένας απολύτως και εντελώς φυσιολογικός τρόπος σκέψης. Δε θες παιδιά. Θες σκυλιά. Δε θες ούτε σκυλιά. Θες φίλους. Δε θες φίλους, είσαι μονόχνωτη. Θες ησυχία ως τα βαθιά γεράματα. Σε τρομάζει ο κόσμος. Θες να κοιμάσαι. Δεν αντέχειες το άγχος.

Τα παιδια είναι ένας βαθύς, μόνιμος, εντελώς τρομακτικός φόβος μέσα σου, σχεδόν πονάς και πρέπει πάντα και κάθε λεπτό να σε ελέγχεις, ώστε να μην πονάς τόσο από τον φόβο αυτό και να λειτουργείς και να τα αφήνεις κι αυτά να λειτουργούν και όπως λέει η μητέρα μου αυτός ο φόβος ο τόσο βαθύς, απόλυτος και μαύρος και δεν περνάει ποτέ μα ποτέ μόνο όταν πεθάνεις.

Κάποιοι δεν το θέλουν αυτό.

Καταλαβαίνω εντελώς όσους δε θέλουν παιδιά. Εντελώς. Είτε γιατί δεν το νιώθουν, είτε γιατί τους τα σπάνε, είτε γιατί δε βρίσκουν το λόγο, είτε γιατί δεν μάσησαν, είτε γιατί δεν έχουν γιατί, είτε γιατί έτσι.

Γιατί έτσι.

Be that sirloin.

Fuck mama.

\m/

Worship the dick

IMG_6858

Πήραμε να μελετάμε τι μας καυλώνει στα αγόρια.

Είπαμε πώς ο άντρας μπορεί να σε κάνει να γυρίσεις, να γελάσεις, να τον βάλεις στο μάτι, να συστραφούν τα μέσα σου, να υγραθεί το βρακί σου πάντως.

Είπαμε να έχει

Θρασιά μάτια

Μούσια

Να μιλάει κρητικά

Να έχει μακρυά δάχτυλα

Φλέβες, στο λαιμό, στους πήχεις

Να γελάει στραβά. Ειρωνικά

Να πιάνει, με χέρια ανικανοποίητα

Μπάσα φωνή

Ωραίο κώλο

Μεγάλες πλάτες

 

Σαν το φαλλό όμως. Δεν έχει

Τη σωστή στυση

Τη μεγαλειώδη στύση, τη στύση χωρίς παραπάνω μέλλον παρά μόνο της παλινδρόμησης.

Τη στύση που λαχταράει ένα κόλπο, να ζεσταθεί, ένα κώλο, ένα στόμα, ένα χέρι

Τη στύση που θέλει να ξεδώσει

Τη στύση χωρίς άλλα περιθώρια, που δεν αντέχει άλλο φίμωμα

Του γεμάτου φαλλού, με διάμετρο και κλίση όπως πρέπει

Με εμφανή φλέβα

Και όρχεις μεστούς, με καμπύλη και μια σκληρή απαλότητα

Άλλο σαν το φαλλό σε στύση

Δεν έχει

Λατρέψτε το φαλλό

Λατρέψτε τον.

Sraosha – Shut your eyes and see

FullSizeRender

Καιρό ήθελα να γράψω πώς μου φάνηκε το Νάφε και μέμνασο απιστείν. Καιρό το έγραψα αλλά ήθελα να περιμένω να πάω με το Σραόσα για μαρτίνια στην Κολωνία, να επηρεαστούν τα λόγια από τον άνθρωπο γιατί – έτσι κι αλλιώς- στον άνθρωπο καταλήγεις, γιατί να ψεύδεσαι. Ήθελα να έχει το γράψιμό μου κάτι από τη λάμψη του Σραόσα.

Δεν έκατσε, όταν ήρθε αυτός εγώ ήμουν στο Όσλο, γαμήθηκε αυτό που είχα στο νου μου, το συγκεκριμένο μπαρ, τα μαρτίνια, η μουσικούλα, το μπάρμπεκιου στο σπίτι αλλά τί να πεις, φακ ιτ, θα ξανάρθει.

Είπα λοιπόν να είμαι δίκαιη. Να γράψω και για το βιβλίο του και για το Σραόσα ή για όπως το βιβλίο κι ο Σραόσα μπλέκονται, μην είναι και το ίδιο πράγμα, μπλογκ, Σραόσα, βιβλίο και αυτά τα μικρά ποστάκια στο ΦΒ που κόβουν ψιλές φετούλες τα όσα γίνονται, σα μαχαιράκι που φιλετάρει ψάρι για σούσι.

Χράαατς. Ο άνθρωπος-katana Hattori Hanzō

Τον Σραόσα και το μπλογκ του τον γνώρισα ΕΝΤΕΛΩΣ τυχαία, πριν τρία χρόνια. Αργά δηλαδή. Μετανάστης γαρ και ηλιθιωδώς φτύνουσα την ελληνική γραμματεία. Ναι. Χωρισμένοι είμασταν άσχημα, σηχτήρ κι οι Έλληνες και τα γραπτά τους, χέστηκα αν ζουν ή αν πεθαίνουν, κυρίως χέστηκα για το τί γράφουν. Το πήρα το μπλογκ παραμάζωμα εκείνο το βράδυ. Αρχικώς με δέος, μετά με σεβασμό για τη διανόηση, εντελώς σε έκσταση με τις λέξεις που διάλεγε αυτός ο γραφιάς. ΓΔΦ πολλές ούτε που τις ήξερα, άντρας που με κάνει να νιώθω λίγο χαζούλα και να διερωτώμαι τι διάολο εννοεί, χαίρει της προσοχής μου.

Μετά με τον καιρό απολάμβανα τα γραπτά του στο Κλάουντ, τις φετούλες του ΦΒ, την τζορίαση και τα μαρτίνια. Όταν ήρθε η ώρα του βιβλίου, όταν έφτασε στα χέρια μου και άρχισα να το διαβάζω, έπαψε να είναι στο μυαλό μου η ανακεφαλαίωση που λανθασμένα νόμιζα πως θα είναι το βιβλίο και μπράβο στον κύριο Πριόβολο και στον κύριο Νάτση για τις επιλογές τους. Έγινε ένα πράγμα αυτόνομο, αυτόβουλο, αυτόφωτο όλα τα αυτό μαζί και το διάβασα το ομολογώ, δυο φορές.

Ο Σραόσας είναι μεγάλος συγγραφέας κατά την ταπεινή μου γνώμη. Μου αρέσει αυτό το όλον που είναι όμως και είναι ίσως ο πρώτος τέτοιος συγγραφέας που έχω διαβάσει και αγαπήσει που έχει αυτό το όλον. Γιατί τον αγαπώ. Τον αγαπώ όχι και καλά ή όπως λέμε σε αγαπώ στα πρωινάδικα ή στις κοπελίτσες που θέλουμε να ζαχαρώσουμε για να τις πηδήξουμε ή στο Μαντ Τιβί Γκρήκς. Τον αγαπώ όπως αγαπάς ένα συγγραφέα ή ένα αγόρι και θες να σου γράφει και να σου μιλάει και ακούς τις σοφίες του και θες όπως λέω να του πλύνεις τα πόδια ή να τον χτίσεις όπως τις αληθινά μεγάλες τραγουδίστριες στα σκυλάδικα ή να του γλείψεις το πρόσωπο με λατρεία χελ γιέα, γαμάτα τα λες. Ο λόγος του Σραόσα δεν είναι ονειρικός και σουρεάλ ή παραμυθένιος, δεν είναι ποιητικός, αν και τίγκα στη μαεστρία. Ο λόγος του Σραόσα είναι τρισδιάστατος, υλικός αλλά όχι πεζός αυτή είναι η μαγεία και ο λόγος του γίνεται ένα πράγμα με το γιαζάτα που είναι και στροφιλίζεται φτιάχνοντας τον πρώτο μετα-συγγραφέα, την πρώτη οντότητα που γράφει κομμάτια, φλουδίτσες, βιβλία ή ανεβάζει φωτογραφίες και όλα αυτά μαζί τον κάνουν αυτό το ένα που είναι, γκοντ νταμν ιτ.

Ή όπως έλεγε και ο Τζόις

Shut your eyes and see

 

Γυναίκες με όρχεις, βαρείς, ασήκωτους

…γυναίκες-Αννίβας, γυναίκες ελεύθερες να είναι δούλες

Banksy.JPG*

Ο φεμινισμός έχει δυστυχώς χάσει σε εξάπλωση και πετυχεσιά ολούθε. Δυστυχές αλλά ισχύει, δυστυχές γιατί ήταν η μόνη μας ελπίδα για ισότητα δικαιωμάτων από κάθε άποψη, όχι μόνο των γυναικών. Τους αριθμούς να θεωρήσουμε παγκοσμίως, αν η πλειοψηφία του πλανήτη παλεύει με νύχια και με δόντια για μια θεσούλα στον ήλιο, για τα βασικά στο Δεύτερο και Τρίτο Κόσμο, παλεύει με νόμους και επιβολές στον Πρώτο, τότε τί να ξημερώσει για τις μειονότητες, ποιά η ελπίδα. Η σημασία του ότι χάνει ο φεμινισμός είναι μεγαλύετρη λοιπόν, επηρεάζει και ένα σκασμό άλλα.

Νταρκίλα εν ολίγοις.

Έχασε ο φεμινισμός από τρεις μπάντες υπολογίζω.

Μια από τον μιλιταρισμό της σύγχρονης μπιτς, τον Αννίβα μέσα της, ειδικώς στη θέση εργασίας και πιο ειδικώς ακόμα στην γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά. Στα ρούχα που φοράμε, στην άρνηση του βυζιού μας, στην αποστροφή στο βάψιμο και την καφρίλα του να είσαι καύλα. Στη λογική του slut shaming, στη λογική πως εσύ φταις που δείχνεις τα βυζιά σου όχι αυτός που τα λιγουρεύεται και –παρεπιπτώντως, σου δίνει και εκείνη την προαγωγούλα. Στις γυναίκες μάνατζερ που περπατάνε στους διαδρόμους πιάνοντας τα αρχίδια τους και απαντώντας σε μια ερώτηση που ποτέ δεν τους έγινε.

Πόσο άντρας είσαι;

Οι άντρες, ειδικά στο χώρο εργασίας, ούτε που χρειάζονται αυτή την ερώτηση, ούτε και να την απαντήσουν νοιάζονται, εκεί, περιφέρονται απολύτως άνετοι με τους όρχεις και τους φαλλούς του, ούτε τους παραγκωνίζουν, ούτε τίποτα. Είναι ελεύθεροι. Όχι απλώς ελεύθεροι, μα και σε αρμονία, να αφήσουν τη φυλετική τους ταυτότητα να οργιάσει έτσι γαμάτη που είναι και αυτοί ελεύθεροι να ανασύρουν τα χιλιάδες άλλας πράγματα που μπορεί να είναι: ντόμπροι, αξιόπιστοι, πολυλογάδες, μαλάκες, προδότες, παπάρες, γαμάτοι. Οι γυναίκες έμειναν να παλεύουν να αποδείξουν μια ταυτότητα που ούτε καν τους ανήκει.

Κατά δεύτερον, ο φεμινισμός έχασε από την πολιτική ορθότητα και τον δήθεν σεβασμό στην πολυπολιτισμικότητα και τις κουλτούρες ολούθε. Κουλτούρες ημιάγριες που αφήνουν τη γυναίκα δήθεν ελεύθερη να φοράει μπούρκα – αφού θέλει, εσύ τί μπλέκεσαι, τι σε νοιάζει, γιατί δεν αφήνεις την πολυχρωμία του πλανήτη να εκφραστεί, ποιά είσαι εσύ που θα πεις σε μια γυναίκα τί θέλει να είναι. Οικειοθελώς η πολιτική ορθότητα αδιαφορεί μπροστά στο έγκλημα της καθοδήγησης και επιβολής σε εκατομμύρια γυναικών σε παιδική ηλικία για το πώς πρέπει να είναι και πώς να ζουν. Επιβολές που δεν οδηγούν σε προζάκ, δυστυχία, ψυχανάλυση και Fist World Problems μα σε έλλειψη νομικής αυτοδιάθεσης, περιορισμό της πρόσβασης στην παιδεία και την εργασία. Οδηγούν σε εγκλήματα, όχι σε καταθλιψάρες απλώς.

Κατά τρίτον, έχασε από τη μαλαγανιά του benevolent sexism, του σεξισμού που σε θέλει στη θεσούλα σου με γλυκόλογα και παπαρολογίες. Το σεξισμό που σε τυλίγει σε μια κόλλα χαρτί και σε βάζει να είσαι μικρούλα, χαριτωμένη, καλή μάνα και μαγείρισα, κυρά ρε πούστη μου! Κυρά σε θέλει, λέει και χασκογελάει για το τσάμπα δουλικό που ανοίγει ωραίο φύλλο και είναι περήφανη μέσα στη χιπστεριά της. Και χωρίς ένσημα.

Ο φεμινισμός οφείλει να ανασυγκροτηθεί τάχιστα, να αποκτήσει καθαρότητα σκοπού και μέσου. Να επιλέξει μεριά και την ακριβή ταυτότητα της γυναίκας που υπερασπίζεται, να πάψει να μυξοκλαίει μπροστά από γυμνά γυναικεία στήθη στις διαφημίσεις και αποπομπές των χτύπα σαν άντρας, την ίδια ώρα που δέχεται κορίτσια που ο πατερούλης τους δεν τα στέλνει στο Λύκειο από σεβασμό στη θρησκεία του πατριάρχη.

Κι εμείς οι γυναίκες ίσως να αναθεωρήσουμε την επίδειξη των βαρέων όρχεων στον επαγγελματικό χώρο, να δεχτούμε το φύλο μας και να πάψουμε να ζητάμε συγγνώμη για αυτό που είμαστε. Δε φταίει το ντύσιμο, ο βιαστής φταίει. Δε φταίει το κόκκινο, προκλητικό φορεματάκι κι ο κώλος σου, ο αναξιόπιστος τυπάκος φταίει που τραβιέται από το κωλί σου.

Η πολιτική ορθότητα, ο έμμεσος φασισμός της νέας εποχής επιβάλει ψεύτικες ανοχές, ανοχές πλασμένες για αυτούς που υπερισχύουν και έχουν φράγκα ή/και δύναμη.

Γυναίκες ικανές να δεχτούν την πραγματικότητα του γαμησιού που τρώνε καθημερινά, γαμήσι χωρίς περιστροφές, δεν υπάρχει κάτι ωραίο σε αυτό που συμβαίνει, κάποιος ακόμα μας πατάει στο σβέρκο. Γυναίκες που μπορούν να το δουν αυτό ως γεγονός και άξιο διόρθωσης και του κάτι πρέπει να γίνει γαμώτο. Γυναίκες ικανές να δεχτούν τα βυζιά τους χωρίς να πρέπει να φορέσουν στράπ-oν, χωρίς συνοδευτικά αρχίδια και μανιέρες, γυναίκες οκέι με το να είναι κορίτσια, όχι ιχνογράφημα πάνω σε αντρικά πρότυπα.

Γυναίκες που ξεχωρίζουν το φύλο από τη συμπεριφορά αλλά και αρνιούνται αυτήν που πραγματικά δεν έχει πλάκα. Όχι. Δεν έχει πλάκα να είσαι μόνη σου γονιός, ούτε καν κατά πλειοψηφία.

Γυναίκες που δε χάνουν τον ερωτισμό τους βάζοντας τα πόδια πάνω στο τραπέζι, Παρασκευή απόγευμα μετά τη δουλειά, απλώς επειδή δεν παύεις να είσαι γυναίκα αν δε νιαουρίζεις.

Και πού είσαι! Φτιάξε και ένα μαρτίνι όπως θα έρχεσαι.

Μαναράκι.

\m/

*Η φωτό, το How do you like your eggs, του Banksy

 

New Orleans με Πλέι Μολέξεις

Το Πλέι Μολέξεις του Ολντ είναι ένα βιβλίο που το διάβασα και είπα μέσα μου, ή μάλλον έλεγα μέσα μου από την αρχή ως το τέλος διαρκώς και αενάως, χωρίς σταματημό, μπασογραμμή ή τέμπο ή τέλος πάντων, διαρκής συχνότητα που δε σταμάτησε καθόλου: πόσο γαμάτος συγγραφέας είναι ο Ολντ.

Ήταν ένα βιβλίο που μου άρεσε και το θαύμασα και το ζήλεψα αλλά κυρίως ήταν ένα βιβλίο που μου μετέθεσε τη σκέψη από το βιβλίο στον Ολντ. Τον Kostas Kostakos τον αγαπώ. αν δεν ήταν αυτός, δε θα είχα γράψει ποτέ ούτε μισή γραμμή. Όπως το λέω. Όλη αυτή η λεκτική φωτογραφία που έχω στο κεφάλι μου θα είχε μείνει εκεί. Όχι, ο Όλντ όμως δε με άφησε ήσυχη και του το χρωστάω. Ο Όλντ με τρίγκαρε, ο Σραόσα με πούσαρε και με κατεύθυνε, κι αν δεν ήταν ο Σραόσα και ο κύριος Μοίρης θα αργούσα να δώσω τα γραπτά μου οπουδήποτε.

Είμαι δημιούργημα άλλων μπλόγκερ-συγγραφέων.

Αυτή την υπεργαμάτη γραφή του Όλντ λοιπόν, που την ήξερα από το μπλογκ και το κλάουντ και που έπλεκε το χαρακτήρα της μέσα από όσα μου έλεγε να κάνω, την είδα στο Πλέι Μολέξεις και ζαλίστηκα. Ζαλίζεσαι συνήθως από το ταλέντο το μεγάλο, παθαίνεις μια αναστάτωση, σου ανεβαίνουν οι παλμοί και σου χτυπάει το αίμα στους κροτάφους.

Το βιβλίο είναι ύπνος ανάστατος. Της ονείρωξης και της ζέστης, της υγρασίας μέσα στα παπλώματα που του αρέσουν. Του πιώματος αλλά όχι του τέρμα μεθυσιού ίσα αυτού που σε τυραννάει σε αφυδατωμένα στριφογυρίσματα αλλά όχι δε θα σηκωθείς, να πάρει. Σίγουρα πάπλωμα ξενοδοχείου στη Νέα Ορλεάνη, να βουίζουν τα αυτιά σου και να κουκουλώνεσαι, ό,τι και να βλέπεις με κλειστά τα μάτια, να μη σε παραξενεύει, φασαρία απ’ έξω κι ας είναι έξι το πρωί και υγρασία, τί διάολο, βρεγμένο είναι το πάπλωμα, γκρίνια αλλά ποτέ δε θα βγεις από μέσα. Μόνο να πεταχτείς στιγμιαία και να βγάλεις το τι-σερτ, να το πετάξεις στο πάτωμα και να ξαναχωθείς.

Ως τα μάτια.

Αυτό.

Κάθε βράδυ.
Μπράβο, Όλντ.
Γαμάει

\m/