Γυναίκες με όρχεις, βαρείς, ασήκωτους

…γυναίκες-Αννίβας, γυναίκες ελεύθερες να είναι δούλες

Banksy.JPG*

Ο φεμινισμός έχει δυστυχώς χάσει σε εξάπλωση και πετυχεσιά ολούθε. Δυστυχές αλλά ισχύει, δυστυχές γιατί ήταν η μόνη μας ελπίδα για ισότητα δικαιωμάτων από κάθε άποψη, όχι μόνο των γυναικών. Τους αριθμούς να θεωρήσουμε παγκοσμίως, αν η πλειοψηφία του πλανήτη παλεύει με νύχια και με δόντια για μια θεσούλα στον ήλιο, για τα βασικά στο Δεύτερο και Τρίτο Κόσμο, παλεύει με νόμους και επιβολές στον Πρώτο, τότε τί να ξημερώσει για τις μειονότητες, ποιά η ελπίδα. Η σημασία του ότι χάνει ο φεμινισμός είναι μεγαλύετρη λοιπόν, επηρεάζει και ένα σκασμό άλλα.

Νταρκίλα εν ολίγοις.

Έχασε ο φεμινισμός από τρεις μπάντες υπολογίζω.

Μια από τον μιλιταρισμό της σύγχρονης μπιτς, τον Αννίβα μέσα της, ειδικώς στη θέση εργασίας και πιο ειδικώς ακόμα στην γυναικεία σεξουαλική συμπεριφορά. Στα ρούχα που φοράμε, στην άρνηση του βυζιού μας, στην αποστροφή στο βάψιμο και την καφρίλα του να είσαι καύλα. Στη λογική του slut shaming, στη λογική πως εσύ φταις που δείχνεις τα βυζιά σου όχι αυτός που τα λιγουρεύεται και –παρεπιπτώντως, σου δίνει και εκείνη την προαγωγούλα. Στις γυναίκες μάνατζερ που περπατάνε στους διαδρόμους πιάνοντας τα αρχίδια τους και απαντώντας σε μια ερώτηση που ποτέ δεν τους έγινε.

Πόσο άντρας είσαι;

Οι άντρες, ειδικά στο χώρο εργασίας, ούτε που χρειάζονται αυτή την ερώτηση, ούτε και να την απαντήσουν νοιάζονται, εκεί, περιφέρονται απολύτως άνετοι με τους όρχεις και τους φαλλούς του, ούτε τους παραγκωνίζουν, ούτε τίποτα. Είναι ελεύθεροι. Όχι απλώς ελεύθεροι, μα και σε αρμονία, να αφήσουν τη φυλετική τους ταυτότητα να οργιάσει έτσι γαμάτη που είναι και αυτοί ελεύθεροι να ανασύρουν τα χιλιάδες άλλας πράγματα που μπορεί να είναι: ντόμπροι, αξιόπιστοι, πολυλογάδες, μαλάκες, προδότες, παπάρες, γαμάτοι. Οι γυναίκες έμειναν να παλεύουν να αποδείξουν μια ταυτότητα που ούτε καν τους ανήκει.

Κατά δεύτερον, ο φεμινισμός έχασε από την πολιτική ορθότητα και τον δήθεν σεβασμό στην πολυπολιτισμικότητα και τις κουλτούρες ολούθε. Κουλτούρες ημιάγριες που αφήνουν τη γυναίκα δήθεν ελεύθερη να φοράει μπούρκα – αφού θέλει, εσύ τί μπλέκεσαι, τι σε νοιάζει, γιατί δεν αφήνεις την πολυχρωμία του πλανήτη να εκφραστεί, ποιά είσαι εσύ που θα πεις σε μια γυναίκα τί θέλει να είναι. Οικειοθελώς η πολιτική ορθότητα αδιαφορεί μπροστά στο έγκλημα της καθοδήγησης και επιβολής σε εκατομμύρια γυναικών σε παιδική ηλικία για το πώς πρέπει να είναι και πώς να ζουν. Επιβολές που δεν οδηγούν σε προζάκ, δυστυχία, ψυχανάλυση και Fist World Problems μα σε έλλειψη νομικής αυτοδιάθεσης, περιορισμό της πρόσβασης στην παιδεία και την εργασία. Οδηγούν σε εγκλήματα, όχι σε καταθλιψάρες απλώς.

Κατά τρίτον, έχασε από τη μαλαγανιά του benevolent sexism, του σεξισμού που σε θέλει στη θεσούλα σου με γλυκόλογα και παπαρολογίες. Το σεξισμό που σε τυλίγει σε μια κόλλα χαρτί και σε βάζει να είσαι μικρούλα, χαριτωμένη, καλή μάνα και μαγείρισα, κυρά ρε πούστη μου! Κυρά σε θέλει, λέει και χασκογελάει για το τσάμπα δουλικό που ανοίγει ωραίο φύλλο και είναι περήφανη μέσα στη χιπστεριά της. Και χωρίς ένσημα.

Ο φεμινισμός οφείλει να ανασυγκροτηθεί τάχιστα, να αποκτήσει καθαρότητα σκοπού και μέσου. Να επιλέξει μεριά και την ακριβή ταυτότητα της γυναίκας που υπερασπίζεται, να πάψει να μυξοκλαίει μπροστά από γυμνά γυναικεία στήθη στις διαφημίσεις και αποπομπές των χτύπα σαν άντρας, την ίδια ώρα που δέχεται κορίτσια που ο πατερούλης τους δεν τα στέλνει στο Λύκειο από σεβασμό στη θρησκεία του πατριάρχη.

Κι εμείς οι γυναίκες ίσως να αναθεωρήσουμε την επίδειξη των βαρέων όρχεων στον επαγγελματικό χώρο, να δεχτούμε το φύλο μας και να πάψουμε να ζητάμε συγγνώμη για αυτό που είμαστε. Δε φταίει το ντύσιμο, ο βιαστής φταίει. Δε φταίει το κόκκινο, προκλητικό φορεματάκι κι ο κώλος σου, ο αναξιόπιστος τυπάκος φταίει που τραβιέται από το κωλί σου.

Η πολιτική ορθότητα, ο έμμεσος φασισμός της νέας εποχής επιβάλει ψεύτικες ανοχές, ανοχές πλασμένες για αυτούς που υπερισχύουν και έχουν φράγκα ή/και δύναμη.

Γυναίκες ικανές να δεχτούν την πραγματικότητα του γαμησιού που τρώνε καθημερινά, γαμήσι χωρίς περιστροφές, δεν υπάρχει κάτι ωραίο σε αυτό που συμβαίνει, κάποιος ακόμα μας πατάει στο σβέρκο. Γυναίκες που μπορούν να το δουν αυτό ως γεγονός και άξιο διόρθωσης και του κάτι πρέπει να γίνει γαμώτο. Γυναίκες ικανές να δεχτούν τα βυζιά τους χωρίς να πρέπει να φορέσουν στράπ-oν, χωρίς συνοδευτικά αρχίδια και μανιέρες, γυναίκες οκέι με το να είναι κορίτσια, όχι ιχνογράφημα πάνω σε αντρικά πρότυπα.

Γυναίκες που ξεχωρίζουν το φύλο από τη συμπεριφορά αλλά και αρνιούνται αυτήν που πραγματικά δεν έχει πλάκα. Όχι. Δεν έχει πλάκα να είσαι μόνη σου γονιός, ούτε καν κατά πλειοψηφία.

Γυναίκες που δε χάνουν τον ερωτισμό τους βάζοντας τα πόδια πάνω στο τραπέζι, Παρασκευή απόγευμα μετά τη δουλειά, απλώς επειδή δεν παύεις να είσαι γυναίκα αν δε νιαουρίζεις.

Και πού είσαι! Φτιάξε και ένα μαρτίνι όπως θα έρχεσαι.

Μαναράκι.

\m/

*Η φωτό, το How do you like your eggs, του Banksy

 

New Orleans με Πλέι Μολέξεις

Το Πλέι Μολέξεις του Ολντ είναι ένα βιβλίο που το διάβασα και είπα μέσα μου, ή μάλλον έλεγα μέσα μου από την αρχή ως το τέλος διαρκώς και αενάως, χωρίς σταματημό, μπασογραμμή ή τέμπο ή τέλος πάντων, διαρκής συχνότητα που δε σταμάτησε καθόλου: πόσο γαμάτος συγγραφέας είναι ο Ολντ.

Ήταν ένα βιβλίο που μου άρεσε και το θαύμασα και το ζήλεψα αλλά κυρίως ήταν ένα βιβλίο που μου μετέθεσε τη σκέψη από το βιβλίο στον Ολντ. Τον Kostas Kostakos τον αγαπώ. αν δεν ήταν αυτός, δε θα είχα γράψει ποτέ ούτε μισή γραμμή. Όπως το λέω. Όλη αυτή η λεκτική φωτογραφία που έχω στο κεφάλι μου θα είχε μείνει εκεί. Όχι, ο Όλντ όμως δε με άφησε ήσυχη και του το χρωστάω. Ο Όλντ με τρίγκαρε, ο Σραόσα με πούσαρε και με κατεύθυνε, κι αν δεν ήταν ο Σραόσα και ο κύριος Μοίρης θα αργούσα να δώσω τα γραπτά μου οπουδήποτε.

Είμαι δημιούργημα άλλων μπλόγκερ-συγγραφέων.

Αυτή την υπεργαμάτη γραφή του Όλντ λοιπόν, που την ήξερα από το μπλογκ και το κλάουντ και που έπλεκε το χαρακτήρα της μέσα από όσα μου έλεγε να κάνω, την είδα στο Πλέι Μολέξεις και ζαλίστηκα. Ζαλίζεσαι συνήθως από το ταλέντο το μεγάλο, παθαίνεις μια αναστάτωση, σου ανεβαίνουν οι παλμοί και σου χτυπάει το αίμα στους κροτάφους.

Το βιβλίο είναι ύπνος ανάστατος. Της ονείρωξης και της ζέστης, της υγρασίας μέσα στα παπλώματα που του αρέσουν. Του πιώματος αλλά όχι του τέρμα μεθυσιού ίσα αυτού που σε τυραννάει σε αφυδατωμένα στριφογυρίσματα αλλά όχι δε θα σηκωθείς, να πάρει. Σίγουρα πάπλωμα ξενοδοχείου στη Νέα Ορλεάνη, να βουίζουν τα αυτιά σου και να κουκουλώνεσαι, ό,τι και να βλέπεις με κλειστά τα μάτια, να μη σε παραξενεύει, φασαρία απ’ έξω κι ας είναι έξι το πρωί και υγρασία, τί διάολο, βρεγμένο είναι το πάπλωμα, γκρίνια αλλά ποτέ δε θα βγεις από μέσα. Μόνο να πεταχτείς στιγμιαία και να βγάλεις το τι-σερτ, να το πετάξεις στο πάτωμα και να ξαναχωθείς.

Ως τα μάτια.

Αυτό.

Κάθε βράδυ.
Μπράβο, Όλντ.
Γαμάει

\m/

Ρώγα απλωτή, πυκνή, μεστή, σκούρα ροζ

Πέρισυ το Γενάρη ή Φλεβάρη βρέθηκα υπό σκοτεινάς συνθήκας στη Ρώμη. Υπό σκοτεινότερας συνθήκας ακόμα, βρέθηκα στο Rocca di Pappa και δη στο νεκροταφείο του, όπου εξ αποστάσεως, για να μην ενοχλήσω τους λίγους αλλά εμφανώς τεθλιμμένους συγγενείς και φίλους, παρακολούθησα, κλαίγοντας κι εγώ όπως διατάσσει η κηδεία, την ταφή της Anita Ekberg. Νόμιζα θα την έβαζαν σε φέρετρο δυόμιση μέτρα, τέτοιος κορίτσαρος που ήταν, αλλά όχι, την έβαλαν σε ένα κανονικό. Πολύ την έκλαψα την κυρία Ekberg. Πολύ στενοχωρήθηκα που μαράθηκαν αυτά τα γενεσιουργά στήθη, η Anita ήταν μια γαλακτερή ντίβα, ήταν η γενιά της σουηδίας που λες και την τράβηξαν από τις φάρμες, με κόκκινα ακόμα μαγουλάκια, λοφάκια του στήθους να ξεπετιούνται αυθάδως από τους στηθόδεσμους, πιεσμένα, ζεσταμένα, σηχτηρισμένα, δώστε μου πια τουαλέτες να τα ντύσω, δώστε μου σατέν και γκιπούρ και βελούδο ντεβορέ να χώσω το επικό κωλί και να το πάω και να το φέρω πάνω σε φίφτις γοβίτσες να χαζεύουν τα αγόρια ατελείωτα. Ως νεαρή γυναίκα μου έδινε το ελεύθερο να είμαι μεγάλη, καμπόση που ήμουν. Όχι μινιόν και μπιμπελό και 1,65 που η γυναίκα είναι μαντζόβολη. Καμπόση. Από αυτές που φαίνονται και δεν κρύβονται ρε παιδί μου. Που θέλεις δυό παλάμες για να πιάσεις τον κώλο. Του 32C. Του 40 νούμερο στη γόβα. Του δε χωράω να περάσω μπροστά σας στο αεροπλάνο πρέπει να σηκωθείτε. Ως νεαρή γυναίκα, μου έδινε την παρηγοριά πως ήταν κι άλλες με πολλά αγόρια, όχι μόνο η Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Και την αγάπησα για εκείνη τη φωτογράφιση του Peter Basch που δόξασε τη γυναικεία ρώγα μέσα από λευκό διάφανο ύφασμα, την αποδοχή του λευκού ως δαιμονικού χρώματος, ισάξιου του μαύρου, να το παραδέχεστε το άσπρο, όλα εξαρτώνται από το βυζί από μέσα. Τη μεστότητα, την πυκνότητα, την απλωσιά της ρώγας, το χρωματισμό και την καμπυλότητα που το συνοδεύει.
Είχα απορία με τί χρώμα διάλεξε να τη θάψουν η κυρία Ekberg άραγε;
Εγώ θα διάλεγα κόκκινο

\m/

Μαύρο, γυαλιστερό, που σπάει στο στόμα

Σήμερα, θα φάω κάτι υπερβολικό. Ένα Grade 1 beluga με ένα chablis, ειδικά για το χαβιαράκι. Με μπλίνι. Όχι πολλά όμως. Χαβιάρι μαύρο ή λίγο γκρι, γυαλιστερό, λιπαρό αλλά όχι βουτυράτο, χαβιάρι τέλειο, με διακριτές μπαλίτσες που σκάνε στο στόμα, απαλές και ιωδίζουσες. Μπαλίτσες όλο καύλα, να πλουτίσουν λίγο με τα μπλίνι για υπόσταση και το chablis απλή υπογράμμιση. Χαβιάρι πανάκριβο, σαν πήδημα στα όρθια σε τουαλέτες λέσχης αξιωματικών, από αυτά τα πηδήματα που σου κρατούν το στόμα να μην ακούγεσαι και σου σηκώνουν το μπλακ τάι φόρεμα με σχεδόν μανία και την πληρώνει το βρακάκι σου. Έτσι είναι το χαβιάρι, γεύση βάρβαρα θαλασσινή και ιωδιούχα σε μπλακ τάι φορεσιά, ακριβώς σαν το όρθιο πήδημα με κλεισμένο στόμα.

Ίσιωμα στο φόρεμα μετά, κόκκινο κραγιόν και έξω από την πόρτα χωρίς βρακί, έμεινε σε κάποια τσέπη

O Djimon Hounsou, γυαλιστερός σα μπελούγκα

Το ψωμί, ψωμάκι και λοιπά λιγωτικά

Τέσσερα νεγκρόνι ήπια χθες και άκουσα ωραία φανκ αλλά σήμερα έχω πονοκέφαλο πολύ, κοιμήθηκα λίγο, θα πάω για νέικετ γιόγκα και μετά θα πάω στο φούρναρη. Στο κέντρο της πόλης είναι, κάνω δρόμο για πάρτη του αλλά χθες που πέρασα από εκεί μου είπε, έλα αύριο να σου φτιάξω ελαφρύ Mittagessen θα έχω ψωμί με κάρυ και ανανά. Πειραματίζεται ο φούρναρης και κάνουμε ουρές να τα δοκιμάσουμε γιατί είναι γαμάτα. Εγώ πάω με ραντεβού γιατί μου πετυχαίνει και το μπέικον όπως θέλω ακριβώς και το ξέρει, αλλά και γιατί βγαίνει απ’ έξω και πίνει κι έναν καφέ, με βοηθάει να διαλέξω ψωμί και το σωστό βούτυρο και περιμένει την ετυμηγορία για το ψωμάκι του, λες και ήταν παιδί του και έδωσε εξετάσεις. Καυλαντίζουμε δηλαδή ασυστόλως γιατί αλληλογουσταρόμεθα και τρώω κι εγώ μισή φραντζολίτσα στην καθισιά μου και βούτυρα και όλα, να στηθεί ο κώλος με υπόσταση, όχι με ξεφουσκωμένες πρωτεΐνες, η καμπυλότητα του κώλου χρειάζεται σκουώτ μέχρι να ματώσεις που λέει ο λόγος, μπέικον και γερμανικό ψωμί. Με κοιτάζει ο φούρναρης με τα πονηρά του γερμανικά μάτια, πίνει τον καφέ του κι εγώ ζυγίζω αν ποτέ άραγε θα υπάρξει πήδημα. Γέρνω προς τη θετική απάντηση, θέλω να μάθω τί θα έκαναν τα χέρια του φούρναρη που ζυμώνουν με φροντίδα τα στρογγυλά ψωμάκια και τα χαϊδεύουν, τα αλευρώνουν και τους χώνουν δια της βίας σπόρους μουστάρδας καβουρδισμένους. Τί να κάνουν άραγε σε κωλιά μεγαλωμένα με φροντίδα τρώγοντας το ψωμί που αυτός έφτιαξε. Ως τότε όμως μόνο με κοιτάζει, θα σας φτιάξω ένα ψωμί με μπαχάρια, Φράου Μ. θα σας ταίριαζε που είστε λίγο πιο σκούρα και γλείφει το δάχτυλο από το βούτυρο πουνασεπαρειογεροδιάβολος για αγόρι

Κάτι δροσερό, για τη ζέστη

Τι βλακείες σας έλεγα για καλοκαίρια λειψά, τα μισά σας έχω πει, μου λείπουν πράγματα. Καλοκαίρι καλοκαίρι δεν είναι με την καμία, αν δεν πιεις κρασί παγωμένο μεσημέρι ανέμελος, κατά προτίμηση με καραβίδες ή σφυρίδα ψητή και δεν έχεις γυρίσει σε δωμάτιο με ημίκλειστα παράθυρα. Ημίφως και ήλιος που μπαίνει λίγο από τα παντζούρια τις περσίδες τις κουρτίνες. Μόχθος και σκληρή δουλειά να μείνει η ζέστη έξω από το σπίτι τεχνητώς και το παράθυρο από μέσα ανοιχτό λίγο αεράκι φυσάει απαραιτήτως, τούτο είναι ποστ λαχτάρας όχι του καύσωνα και της τυραννίας. Ύπνος μεσημεριανός και σιέστα υπό αυτάς τας συνθήκας, ύπνος γυμνός, μέσα σε δέρμα ζεσταμένο από τον ήλιο, λίγο πονάει στην αφή γιατί πιθανότατα το παράκανες, ευχαριστούν τα σεντόνια με τη δροσιά τους όμως και ευχαριστεί και το σεντόνι γύρω σου, δεν απλώνεσαι με όλη σου την τσιτσιδοσύνη φαρδιά πλατιά, όχι. Όποιος έχεις μαζί σίγουρα προσποιείται πως σε αφήνει να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς κανένα δεκάλεπτο με εικοσάλεπτο το πολύ, η μεσημεριανή τεχνητή δροσιά σε ημισκότεινα δωμάτια ξυπνούν πάντα τις ορέξεις των αγοριών, από πίσω σου θα έρθει και θα σου πιάσει το στήθος, λίγο θα σε τσούξει το τραχύ, πάντως τραχύτερο από το δικό σου χέρι, δεν έβαλες αρκετό αντηλιακό και η ρώγα δεν πρέπει να καίγεται, να τώρα σε τσούζει όπως την μαλάζει και δε νοιάζεται. Και που δε σε αφήνει ήσυχη δε νοιάζεται, χωρίς πολλά πολλά βάζει τον φαλλό του μέσα σου τεχνηέντως και από πίσω, λιγάκι σου πίεσε την κοιλιά να σου βάλει το αιδοίο στη σωστή θέση, πήδημα του δεκαλέπτου, χωρίς να περιμένει, χωρίς προετοιμασίες, μόνο με την καύλα του μεσημεριού, τί άλλο να θες; Έτσι το γαμήσι έχει την προχειρότητα του καλοκαιριού και την ελαφρύτητα της σιέστας, οργασμός σιωπηρός μα διόλου μικρότερος, μη σας ακούσει το μικρό ξενοδοχείο, χύνει και τον ακούς στο αυτί σου που αφήνεται η ανάσα και το στήθος του στην πλάτη σου χοροπηδάει.
Ευχαριστημένος θα σε αφήσει να κοιμηθείς πια, αλλά δε θα θες. Παγωτό βανίλια με φράουλες θα θες και μπάνιο απογευματινό, να τσούζουν οι ρώγες ακόμα περισσότερο όταν στις τρίβει το αγόρι που πήρες μαζί σου.

Το διαολεμένο μέρος που βλέπετε είναι το Πόρτοφίνο, στη Τζένοα, μέρος που κρατάω σε φωτογραφίες τυπωμένες από αγόρι που δεν άφηνε τα μεσημέρια ήσυχα

Κάτι ελαφρύ, για το δρόμο

Φέτος, λέει, είναι της μόδας τα ολόσωμα μαγιώ, αυτή η ντροπή και εντελώς ενάντια στο καλοκαίρι, ιδέα. Τα ολόσωμα μαγιώ είναι μάστιγα και προφανώς φτιαγμένα από ανθρώπους που δεν ξέρουν πώς είναι να είσαι όλη την ημέρα στη θάλασσα.

Αδιαφορώ για τις μόδες και τους φτύνω στη μούρη τα σχεδιάκια και τα κοψίματα, το μαγιώ είναι ένα βρακάκι, για πάντα θα υπερασπίζομαι ελεύθερα στήθη και ρώγες στον άνεμο.

Τί πιο καλοκαίρι από την ώρα που φτάνεις να θες να βουτήξεις στη θάλασσα και λύνεις τα κορδονάκια του στηθόδεσμου του μαγιώ, ο οποίος ίσα που σε έφτασε ως εκεί δηλαδή και τον ευχαριστούμε, τώρα ήρθε η ώρα να λύσουν τα δάχτυλα, να διπλώσουν και να φυλάξουν για αργότερα. Να χτυπήσει το αεράκι και ο ήλιος το στήθος ελεύθερο, σαν αλατοπίπερο, αλάτι-πιπέρι, βυζί με μυρωδιές και χρώμα φρη επιτέλους, καμπύλη και ρώγα που εμβαπτίζεται στο νερό και λίγο ανατριχιάζει και σφίγγει σε άμυνα αλλά και απολαμβάνει το γλείψιμο του ρεύματος και του νερού.

Είχε απολαύσει το άλειμα με το λιπαρό προστατευτικό λαδάκι, αν στο φρόντισε αντρικό χέρι ακόμα καλύτερα, χέρι που πέρασε με προσοχή το υλικό παντού, από το λαιμό σου στο στέρνο με μεγάλες κινήσεις και κυκλικά στο στήθος να μη μείνει τίποτα ακάλυπτο, επικίνδυνος ο ήλιος, και πάνω από τη ρώγα περνώντας το χέρι στάθηκε για λίγο, χούφτωσε ασυναίσθητα, σταμάτησε κι αυτός κι εσύ να αναπνέεις, φευγαλέα όμως, λίγο την αγρίεψε τη ρώγα και σε κοίταξε. Την τέλειωσε τη δουλειά του κύριος πάντως, αν και καυλωμένος, αλλά ανθρώπινο, ποιός άλειψε ποτέ βυζί δίχως καύλα, να μου τον δείξετε. Το άλειψε κι αυτό το βυζί ευχαριστήθηκε και ευχαριστιέται και το νερό μετά μα πιο πολύ ευχαριστιέται όταν το γλείψει αργότερα να του πάρει τα ζουμιά από τα καρπούζια.

Η ευτυχία μετριέται και από έναν άντρα που σου γλείφει τα ζουμάκια από καρπούζι από το στήθος και την κοιλιά σου και τελικά σε πηδάει κρυφά με τα αλάτια.
Μονοκίνι, αδιαφορώ για τη μόδα και ό,τι άλλο.

\m/