Memento mori


Μου είχε κάνει τρία ακριβά δώρα αυτός ο άντρας, τρεις πρώτες εκδόσεις. Τις έχω ακόμα, φυλαγμένες σε θυρίδα, από αυτά τα πράγματα που αν στα κλέψουν θα κλαις την αξία, υλική και συναισθηματική. Μου είχε φέρει το Voyage au bout de la nuit, του Céline σε μια σακουλίτσα καφέ και το άφησε στα πόδια μου. 1932, κολαριστό βιβλιαράκι. Πρώτη έκδοση. Αδιάβαστο. Ατσάκιστο. Να το διαβάσεις πρώτα όπως και όπου θες και μετά να το φυλάξεις. Σαν εντολή το είπε. Όπως και όπου; Όπως και όπου. Το διάβαζα στο μπάνιο κι εγώ, μέσα στη μηδενιστική του κυκλικότητα, κάθονταν οι υδρατμοί αυθάδεις πάνω στις σελίδες και τα γραμματάκια, πετάγονταν σταγόνες νερό, σαπούνι, λάδια από αυτά που χρησιμοποιώ, σημάδια καπνού από το τσιγάρο. Κι αυτός με κοιτούσε και κάπνιζε και χάιδευε τα μούσια. Οι άντρες που αγαπάς, που αγαπάς και με καψούρα και αγάπη και πάνε και πεθαίνουν. Τι παπαριά του σύμπαντος ατελείωτη. 

Αυτό το βιβλίο έχει και μια δαχτυλιά από το αίμα μου, είχα περίοδο κι αυτός στο μπάνιο μέσα, ενώ διάβαζα, καθόταν στην άκρη της μπανιέρας και με χάιδευε. Περνούσε το χέρι πάνω από τους ώμους και τις κλείδες και το στέρνο και μου μάλαζε το σβέρκο και λίγο την πλάτη, μου χούφτωνε το στήθος και με σήκωσε τελικά, τα νερά να στάζουν και πάνω στο βιβλίο. Εκδότης ήταν, αλλά δεν το φοβόταν το βιβλίο κι ας ήταν πρώτη έκδοση. Έσταζα, πλημμύριζε ο τόπος, έβρεχα τα ρούχα του, το παντελόνι έτσι όπως καθόμουν μπροστά του κι αυτός βύθιζε το χέρι του στο αιδοίο μου και χάζευε τα στήθη μου, άρχιζα να κρυώνω, μούσκεμα ο Céline ποιός νοιάζεται. Και συνέχιζε να με πηδάει με τα δάχτυλα, πρώτα καυλαντίζοντας απαλά, του ψησίματος, πιο επιφανειακά, πιο έξω, μετά πιο δυνατά, βαθιά, με ρυθμό. Τα δάχτυλα των αντρών μελώνουν τα μουνιά. Αυτό ακριβώς. Δεν τα υγραίνουν. Τα μελώνουν, μιλάμε για μεγαλύτερο ιξώδες, για παράλληλο σύμπαν, για χαμηλωμένο τέμπο. Έπαιρνε και φούντωνε το αίμα στο χέρι του, έτρεχαν δυο σταγονίτσες μου ξέφευγαν οι πρώτοι αναστεναγμοί, δεν άντεξε μετά από αυτό και μου πήρε το βιβλίο με το ματωμένο χέρι, άφησε μια δαχτυλιά μεγάλη κόκκινη, μουντζάλωσε δυό λέξεις. Με κάθισε πάνω του και με άφησε να τον πηδήξω εγώ, ένα ματωμένο αιδοίο να κάνει κουμάντο μόνο, κι αυτός να μου ματώνει το στήθος που το χούφτωνε. Τέλεια κολπικοί οι οργασμοί της περιόδου. Τέλεια από μέσα. Τέλεια κόκκινοι μάλλον, ξαναπλύθηκα μετά, το βιβλίο πια μαγαρίστηκε, έμειναν κατσαρές σελίδες από την υγρασία, αίμα και σαπούνια. Έμεινε ένα γαμήσι δηλαδή αυτόγραφο από κάποιον που δεν υπάρχει πια, δε βαριέσαι. Είμαστε και δεν είμαστε.

\m/