Les putains du Diable


Είχα έναν εραστή εκεί γύρω στα εικοσιεπτά; Εικοπεντεκάτι τεσπά. Όλο με έδιωχνε, με αναθεμάτιζε, όλο διαολοπούτανο με έλεγε, Βελζεβούλ, κάτι θρησκευτικό είχε σίγουρα, τύψεις που του άρεσαν τα στήθη να τα γλείφει και να με πηδάει βογγώντας εκ των πολύ έσω, βαθιά, της απελευθέρωσης. Αλλά δεν ήθελε γιατί είχε γυναίκα, παιδιά, όλο εγώ του έφταιγα, που και τίποτα δε ζητούσα δηλαδή. Εγώ καύλα θέλω μόνο, σεξ το πρωί και πλήρη παράδοση του φαλλού στις ορέξεις μου, ενίοτε, αν και υπάκουη στα αντίθετα. Γάμους, για πάντα και θέσεις στην κοινωνία, ζαμέ. Ζα-μέ. Δε μαγειρεύω, δε γηροκομώ, δε μένω σε δυάρια. Πουνκτ. Με διαολόστελνε λοιπόν, κατόπιν των επικών πηδημάτων πάντα, συχνά και κατά τη διάρκεια. Έφευγε τρέχοντας για να ξανάρθει μετά από λίγες μέρες, να χτυπήσει το κουδούνι και να μπει στο σπίτι με χαμηλωμένο βλέμμα. Δυο τρία λεπτά δε μιλούσε καθόμουν κι εγώ στον καναπέ με τα πόδια σταυρωμένα, συνήθως με το βρακί μόνο και τα χέρια απλωμένα στην πλάτη του καναπέ. Τον κοιτούσα και περίμενα. Δε μιλούσε, το πάτωμα κοιτούσε. Εγώ περίμενα. Τη σκόνη άκουγα και τον φαλλό που οδηγούσε. Εκ των έσω πρώτα, εγκεφαλικώς, γιατί κι οι άντρες εγκεφαλικοί είναι, μόνο που πηδάνε στη σκέψη τους. Φανταστικά. Μπαίνουν. Βγαίνουν. Κοντοστέκονται και γυροφέρνουν λίγο η βάλανος να νιώσει την είσοδο του κόλπου, τις διπλίτσες, πριν βυθιστούν με πίεση. Και ανάσα. Περνούν τη γλώσσα και δαγκώνουν και ζουλάνε. Στο μυαλό. Αφού με πήδαγε χωρίς να με ακουμπάει, σήκωνε το βλέμμα κι αν έφτανε το δικό μου που περίμενε έπαιρνε και με έβριζε, παλιοθήλυκο, βρωμογύναικο, πουτάνα, μάγισσα. Βελζεβούλ. Κι εγώ γελούσα και καθόμουν που με φιλούσε κι έβριζε, και με γυρνούσε να με πηδήξει, μου σήκωνε τον κώλο και με γαμούσε, βογγούσε και συνέχιζε, σατανάς και διάολος. Διάολος ο κώλος σου που σε είδα το πρωί κατέβαινες την κατηφόρα και με είδες και
τον κούναγες πιο πολύ. Με δύναμη και μια κυκλικότητα πηδούσε που πολύ μου γουστάρει όταν την εκτελούν οι άντρες, το κυκλικό γαμήσι ξυπνάει το βάθος του κόλπου ειδικά από πίσω και ξεχύνει οργασμούς πράγματι διαολεμένους. Έχυνε εν τέλει βιαίως και για ώρα, αυτός ο άντρας είχε υγρά έλεγες ατελείωτα κι εγώ υπερθεμάτιζα, θα ξανάρθεις. Ντυνόταν ντροπιασμένος όση ώρα εγώ κάπνιζα αφού φορούσα μόνο το βρακί μου και καθόμουν στον καναπέ πάλι. Παντού με βρίσκει ο κώλος σου, γκρίνιαζε. Πού να πάω δεν έχω. Μετά από μερικά χρόνια έφυγε για τη Σκωτία, καλά ζει. Αλλά τον βρίσκω. Παντού.
\m/